Τμήμα Υπηρεσιών Πληροφορικής


ΜΗΝΥΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ

Η συνταγματική διάρθρωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία εδράζεται στην ύπαρξη δύο κοινοτήτων, χαρακτηρίζεται από τον διαχωρισμό των εξουσιών, Εκτελεστικής, Νομοθετικής και Δικαστικής. Η Δικαστική Εξουσία έχει ως φορείς, όπως προβλέπεται από το Σύνταγμα, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (΄Αρθρα 133-151) και το Ανώτατο Δικαστήριο και τα σε αυτό τεταγμένα κατώτερα Δικαστήρια (΄Αρθρα 152-164).

Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο είχε αποκλειστική δικαιοδοσία σε συνταγματικά θέματα και θέματα διοικητικού δικαίου. Αποτελείτο από ένα ουδέτερο Δικαστή ως Πρόεδρο και από ένα ΄Ελληνα και ένα Τούρκο Δικαστές. Ως Πρόεδρος επιλέγηκε ο Γερμανός καθηγητής Forsthoff. Το Ανώτατο Δικαστήριο (High Court), στο οποίο ήταν τεταγμένα όλα τα πρωτόδικα Δικαστήρια, είχε δικαιοδοσία να κρίνει κάθε έφεση εναντίον απόφασης οποιουδήποτε Δικαστηρίου, εκτός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Απαρτιζόταν από ένα ουδέτερο Δικαστή ως Πρόεδρο, δύο ΄Ελληνες και ένα Τούρκο Δικαστές. Πρώτος Πρόεδρος ήταν ο Ιρλανδός O’ Briain και δεύτερος ο Καναδός Wilson.

Οι ταραχές του 1963-1964 οδήγησαν στην αποχώρηση των ξένων Προέδρων των δύο Δικαστηρίων και στη θέσπιση του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου, Ν. 33/64, με βάση τον οποίο τα δύο Ανώτατα Δικαστήρια ενοποιήθηκαν σε ένα, το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου, το οποίο είχε όλες τις εξουσίες και δικαιοδοσίες που αυτά είχαν προηγουμένως. Ας σημειωθεί ότι, ως πρώτος Πρόεδρος του ενιαίου Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπηρέτησε ο Τουρκοκύπριος Δικαστής Mehmet Zekia. Στην υπόθεση Mustafa Ibrahim του 1964 (1964 CLR 195), κρίθηκε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο είναι συνταγματικό, σύμφωνα με το δόγμα της ανάγκης, όπως και ο νόμος 33/64. Ακολούθησε, το 1966, η αποχώρηση των Τούρκων Δικαστών και Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου διορίστηκε ο Δικαστής Βασιλειάδης. Με την πάροδο του χρόνου ο αριθμός των Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου αυξήθηκε σε 13, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου.

Μέσω του Τροποποιητικού του Νόμου 33/64, Νόμου 145(Ι)/2022, το ενιαίο Ανώτατο Δικαστήριο διαχωρίστηκε, από 1.7.2023, σε Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και Ανώτατο Δικαστήριο, με εννέα Δικαστές το πρώτο και επτά το δεύτερο.

Ο διαχωρισμός του ενιαίου Ανώτατου Δικαστηρίου σε Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και Ανώτατο Δικαστήριο, κρίθηκε επιβεβλημένος, ούτως ώστε να συντείνει στην εξειδίκευση, στη βελτίωση της ποιότητας και της ταχύτητας στην απονομή της Δικαιοσύνης, αλλά και προκειμένου, να δώσει πειστικές απαντήσεις στην υπερσυγκέντρωση εξουσιών στα χέρια του ενιαίου Ανώτατου Δικαστηρίου, στον αλληλοέλεγχο των Δικαστών του και στον έλεγχο των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, όπως προς την κατεύθυνση αυτή συνηγορούσαν και οι σχετικές παρεμβάσεις της Επιτροπής Greco και της Επιτροπής Βενετίας.

Η δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου, ως ξεχωριστού δικαιοδοτικού οργάνου, κρίθηκε αναγκαία ούτως ώστε, μεταξύ άλλων, να διευκολύνει την περιφρούρηση, προώθηση και ασφάλεια του Κράτους Δικαίου, όπως τούτο επισημάνθηκε και από την Επιτροπή Βενετίας. Κύρια αποστολή, με την οποία είναι επιφορτισμένο, είναι η διαφύλαξη της συνταγματικής τάξης, μέσω της ορθής συνταγματικής ερμηνείας, σε καίρια κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα και, ως απόρροια τούτου, η λειτουργία του ως θεσμικού αντίβαρου, ως εγγυητή των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των πολιτών, αλλά και ως θεματοφύλακα της εύρυθμης πορείας της Πολιτείας.

΄Οπως και ο Ν.145(Ι)/2022 προβλέπει, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έχει τη δικαιοδοσία που καθορίζει το Σύνταγμα, σε σχέση με το τότε Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει οριστικώς και αμετακλήτως στα όσα καλύπτουν τα ΄Αρθρα 137 μέχρι και 151 του Συντάγματος. Μεταξύ άλλων, σε προσφυγές αφορώσες σύγκρουση ή αμφισβήτηση εξουσίας ή αρμοδιότητας, εγειρόμενες μεταξύ οιωνδήποτε οργάνων ή αρχών της Δημοκρατίας, επί Αναφορών του Προέδρου της Δημοκρατίας προς γνωμάτευση σε σχέση με αντισυνταγματικότητα νόμων και επί ζητημάτων αντισυνταγματικότητας δυνάμει των διατάξεων του ΄Αρθρου 144 του Συντάγματος, στη βάση των διαλαμβανομένων στο ΄Αρθρο 9(2)(α) του Ν.33/64, ως τροποποιήθηκε. Επιπρόσθετα θα εκδικάζει παραπεμφθείσα υπό του Εφετείου έφεση κατά αποφάσεως Διοικητικού Δικαστηρίου επί θέματος δημοσίου δικαίου ή μείζονος δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή συνοχής του δικαίου επί συγκρουόμενων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου. ΄Εχει επίσης δικαιοδοσία όπως αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό, μετά από άδεια που παρέχει και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας αναθεωρητικής εφέσεως, επί νομικών θεμάτων που προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και τα οποία αφορούν σε μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή συναρτώνται με διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας νομοθετικής διάταξης. Περαιτέρω, ζήτημα ιδιαιτέρως σοβαρής σημασίας, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, ενεργεί ως ακυρωτικό δευτεροβάθμιο δικαστικό συμβούλιο κατά αποφάσεως του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου. Με αυτό τον τρόπο παρέχεται πλέον η δυνατότητα ελέγχου των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου επί διορισμού, προαγωγής ή πειθαρχικού ελέγχου Δικαστών.

Το Σύνταγμα - ο υπέρτατος Νόμος της Πολιτείας, η βάση και κορυφή της έννομης τάξης - πέραν των διατάξεων που κατοχυρώνουν τα θεμελιώδη δικαιώματα του πολίτη, περιέχει τους βασικούς κανόνες για την οργάνωση του Κράτους και θέτει αρμοδιότητες αλλά και όρια στη δράση της Κρατικής Εξουσίας. Ως ένα αξιακό σύστημα κανόνων, εκφράζει τις ιστορικές καταβολές και το συλλογικό «είναι» ενός λαού και συνιστά έναν ζωντανό οργανισμό που εξελίσσεται, προσαρμόζεται συνεχώς στις μεταβαλλόμενες ανάγκες και μεταλλάσσεται στον χρόνο. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ερμηνεία του θα πρέπει να εκφεύγει των στενών νομικών παραμέτρων και να αγγίζει την ανεύρεση του αληθινού νοήματος μιας συνταγματικής διάταξης, χωρίς να αγνοεί την εξελικτική ανάγκη των συνταγματικών προνοιών και την προσαρμογή τους στις σύγχρονες κοινωνικές και πολιτικές αντιλήψεις.

Το Άρθρο 149, επιφυλάσσει στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο την αυθεντική ερμηνεία του υπέρτατου Νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε περιπτώσεις ασάφειας, και την αποκλειστική δικαιοδοσία επίλυσης οιωνδήποτε αντιφάσεων. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο της Κύπρου, φέρει το θεσμικό βάρος ερμηνείας ενός Συντάγματος με ιδιαίτερο χαρακτήρα και πλήθος ασφαλιστικών δικλείδων, απότοκο της ιστορικής πορείας του Κράτους μας, που στόχευαν στη διασφάλιση της δικοινοτικής διάρθρωσης και με μεγάλο αριθμό θεμελιωδών προνοιών, οι οποίες είναι διάσπαρτες σε 48 από τα 199 ΄Αρθρα του Συντάγματος. Η εισαγωγή του δικαίου της ανάγκης, αλλά και η ένταξή μας στην ευρωπαϊκή οικογένεια, επέφεραν μια νέα συνταγματική πραγματικότητα. Νόμοι που δικαιολογούνται από το δίκαιο της ανάγκης και, επιπρόσθετα, η συνύπαρξη συνταγματικών τάξεων και η εκχώρηση αποφασιστικών αρμοδιοτήτων, απόρροια της συμμετοχής μας σε υπερεθνικούς οργανισμούς, όπως η Ευρωπαϊκή ΄Ενωση και το Συμβούλιο της Ευρώπης, επιδρούν δραστικά στην ιεραρχική υπεροχή του Συντάγματος και προσδιορίζουν ένα νέο πλαίσιο ερμηνείας του.

Είναι όλες τις πιο πάνω προκλήσεις που καλείται το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο να αντιμετωπίσει, λειτουργώντας με σύνεση και αποφασιστικότητα, προκειμένου να εκπληρώσει τον κομβικό ρόλο που διαδραματίζει στη διαμόρφωση του συνταγματικού δικαίου και να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στη συνταγματική του αποστολή.




Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ,
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ.